Ὁ Ὁπλίτης ὁ ἐν τῷ Θεάτρῳ Δακρύων

Φίλων ΔημέᾳDemeae (δοτ. ἑν. ἀρσ.) — nomen proprium, dativus salutationis χαίρεινsalutem (dicit) (ἀπαρ. ἐνεστ. ἐνεργ.) — formula salutationis in epistulis usitata, verbum regens omissum.
Ἐπειδὴ οὐ παρῆσθαaderas (παρατ. ὁριστ. β' ἑν.) — a verbo 'πάρειμι', indicat praesentiam in loco τοῖς Διονυσίοις τοῖς ἐν ἄστει, ἀπήγγελκάnuntiavi (παρακ. ὁριστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — verbum compositum ex 'ἀπό' et 'ἀγγέλλω' σοι ὅ τι ἄξιον ἀκοῦσαι ἐγένετο. ἐκάθητο γὰρ ἐν τῷ θεάτρῳ πλησίον ἡμῶν Χαρίας ὁ Ἀχαρνεύς, ἀνὴρ ὁπλίτης, ὃν οἶσθα καὶ αὐτὸς ἐν Ποτειδαίᾳ μεμενηκόταqui manserat (μτχ. παρακ. ἐνεργ. αἰτ. ἑν. ἀρσ.) — a verbo 'μένω', indicat permansionem in acie ἐν τῇ τάξει, ὅτε οἱ ἄλλοι ἔφευγον. οὗτος τοίνυν, καθημένων ἡμῶν καὶ θεωμένων τὴν τραγῳδίαν, ἐν ᾗ ὁ ποιητὴς τὰς τῶν ἐν τῷ πολέμῳ ἀποθανόντων μητέρας εἰσήγαγενintroduxit (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — verbum compositum ex 'εἰς' et 'ἄγω', de poeta personas in scaenam inducente ὀδυρομέναςlamentantes (μτχ. ἐνεστ. μέσ. αἰτ. πληθ. θηλ.) — a verbo 'ὀδύρομαι', indicat luctum et lamentationem, ἐδάκρυσεν οὐκ ὀλίγα, ὥστε φανερὸς εἶναι καὶ τοῖς πόρρω καθημένοις.
νεανίσκος δέ τις τῶν ἐγγύς, θρασὺς τὸν τρόπονaudax ingenio (ὀνομ. ἑν. ἀρσ. μετ' αἰτ. τῆς ἀναφορᾶς) — αἰτιατικὴ κατὰ τὸ μέρος, indicat qualitatem animi, ἐπισκώπτωνirridens (μτχ. ἐνεστ. ἐνεργ. ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — verbum compositum ex 'ἐπί' et 'σκώπτω', de ludibrio αὐτὸν εἶπεν· "ὦ Χαρία, σὺ ὁ πρὸς τοὺς πολεμίους ἀτρεμὴς ἑστηκώςimmotus stans (ἐπίθ. ὀνομ. ἑν. ἀρσ. et μτχ. παρακ.) — 'ἑστηκώς' a verbo 'ἵστημι', de milite firmiter stante, νῦν ὑπὸ πλασμάτωνfigmentorum (γεν. πληθ. οὐδ.) — a verbo 'πλάσσω', significat ficta poetae ποιητοῦ κλάεις; οὐκ αἰσχύνῃpudet te (ἐνεστ. ὁριστ. μέσ. β' ἑν.) — verbum medium, cum participio 'ὢν' coniunctum ὁπλίτης ὢν ἐναντίον τοσούτων θεατῶν;"
ὁ δὲ Χαρίας, οὐδὲν ταραχθείςperturbatus (μτχ. ἀορ. παθ. ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — a verbo 'ταράσσω'; cum 'οὐδέν' coniunctum: nihil perturbatus, ἀπεκρίνατο· "ἐν μὲν τῇ μάχῃ, ὦ νεανία, οὐκ ἔξεστι τὸν φόβον ὁρᾶν· ὁ γὰρ καιρὸς οὐ δίδωσι σχολὴν οὐδὲ τοῖς ὀφθαλμοῖς. ἐνταῦθα δὲ ὁ ποιητὴς ἡμῖν δείκνυσιν ἃ ἡ ἀσπὶς κρύπτειcelat (ἐνεστ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'κρύπτω', occultare. ἐγὼ γὰρ ἔμαθον ἐν Ποτειδαίᾳ ῥᾷονfacilius (ἐπίρρ. συγκρ.) — comparativus ab 'ῥᾴδιος/ῥᾳδίως' εἶναι καλῶς ἀποθανεῖν ἢ τὴν μητέρα τὴν ἀποθανόντος θεάσασθαι. ὥστε ἐκεῖ μὲν ἠνδριζόμηνfortiter me gerebam (παρατ. ὁριστ. μέσ. α' ἑν.) — a verbo 'ἀνδρίζομαι', virum se praebere, ἐνταῦθα δὲ ἀληθεύωverum dico (ἐνεστ. ὁριστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — a verbo 'ἀληθεύω', veritatem dicere."
ταῦτα ἀκούσαντες οἱ περὶ ἡμᾶςqui circa nos erant (ὀνομ. πληθ.) — idiomatismus: homines nobis propinqui ἐσιώπησανtacuerunt (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' πλ.) — a verbo 'σιωπάω', silere, ὁ δὲ νεανίσκος ἀπεσιώπησενobticuit (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — verbum compositum ex 'ἀπό' et 'σιωπάω' ἐρυθριῶνerubescens (μτχ. ἐνεστ. ἐνεργ. ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — a verbo 'ἐρυθριάω', rubore suffundi. ἐγὼ δὲ ἐνόμισαexistimavi (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — a verbo 'νομίζω', putare, ὦ Δημέα, τὸν ἄνδρα τοῦτον μὴ μόνον ἐν τοῖς ὅπλοις ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ θεάτρῳ ἀνδρεῖον εἶναι.
ὁ γὰρ τὰ δάκρυαlacrimas (αἰτ. πληθ. οὐδ.) — a nomine 'δάκρυον', lacrima μὴ φοβούμενοςtimens (μτχ. ἐνεστ. μέσ. ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — a verbo 'φοβέομαι', metuere οὐδὲ τὸ ξίφοςgladium (αἰτ. ἑν. οὐδ.) — a nomine 'ξίφος', ensis φοβεῖται.
ἔρρωσοvale (προστ. παρακ. μέσ. β' ἑν.) — a verbo 'ῥώννυμι', formula in fine epistulae ad valedicendum adhibita.
← Πάλιν εἰς πάσας τὰς ἱστορίας