Αἱ Διακόσιαι Ἀσπίδες
Ἐν τῇ οἰκίᾳ ἐκαθήμηνsedebam (παρατ. ὁριστ. μέσ. α' ἑν.) — a verbo 'κάθημαι', quod est consido καὶ ἐδείπνουν μετὰ ξένων, ὅτε Πείσων ὁ τῶν τριάκοντα εἰσῆλθε μετὰ ὑπηρετῶν. μέτοικοςinquilinus, advena (ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — peregrinus qui Athenis habitat, civitate carens γὰρ ὢν καὶ πλούσιος ἐδόκουν αὐτοῖς ἐπιτήδειοςaptus, idoneus (ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — qui ad aliquid aptus est; hic significat praedam opportunam εἶναι ἀφ' οὗ χρήματα λάβοιενsumerent (εὐκτ. ἀορ. ἐνεργ. γ' πλ.) — a verbo 'λαμβάνω', in enuntiato relativo finali· οὐ γὰρ ἀργύριον ἐζήτουν εἰς τὴν πόλιν, ἀλλ' εἰς ἑαυτούς.
"ἔχεις ἀργύριον;" ἔφη. ἐγὼ δὲ ὡμολόγησα τάλαντον ἔχειν, καὶ ἀναβὰς εἰς τὸ δωμάτιον ἀνέῳξαaperui (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — a verbo 'ἀνοίγνυμι', cum augmento duplici τὴν κιβωτόνarcam (αἰτ. ἑν. θηλ.) — capsa in qua pecunia servatur. ὁ δ' ἰδὼν τὸ πλῆθος οὐκ ἠρκέσθηcontentus fuit (ἀορ. ὁριστ. παθ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἀρκέω', satis habuit, ἀλλ' ἠξίου πάντα λαβεῖν. ἐδεόμην οὖν αὐτοῦ ἐφόδιόν μοι καταλιπεῖν· ὁ δὲ γελάσας εἶπεν ἀγαπητὸν εἶναι εἰ τὸ σῶμα σώσαιμιservarem (εὐκτ. ἀορ. ἐνεργ. α' ἑν.) — a verbo 'σῴζω', in protasi condicionis.
ᾔδεινsciebam (ὑπερσ. ὁριστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — a verbo 'οἶδα', sensu imperfecti γὰρ ὅτι τὸν ἀδελφὸν Πολέμαρχον ἤδη συνειλήφεσανcomprehenderant (ὑπερσ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' πλ.) — a verbo 'συλλαμβάνω', in custodiam ceperant, καὶ ὅτι τὸ κώνειονcicuta (ὀνομ. ἑν. οὐδ.) — venenum ex planta, quo rei necabantur αὐτῷ παρὰ τῶν τριάκοντα ἕτοιμον ἦν, οὐδὲν ἀδικήσαντι. ἐνενόουνcogitabam (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — a verbo 'ἐννοέω', in mente habebam δὲ καὶ τὸ ἐργαστήριονofficina (αἰτ. ἑν. οὐδ.) — locus ubi scuta fabricabantur τῶν ἀσπίδων τὸ ἐν Πειραιεῖ, ὃ εἰργάζοντο ἡμῖν ἑκατὸν καὶ εἴκοσι δοῦλοι — τοῦτο γὰρ ἁρπάσαντες εἶχον.
ἐν ᾧ δ' ἐκεῖνοι τὰ χρήματα ἐξεφόρουνefferebant (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' πλ.) — verbum compositum ex 'ἐκ' et 'φέρω', bona asportabant, ἐγὼ διὰ θύρας κηπαίαςportam hortensem (αἰτ. ἑν. θηλ.) — ianua quae in hortum ducit ἐξελθὼν ἐσώθηνservatus sum (ἀορ. ὁριστ. παθ. α' ἑν.) — a verbo 'σῴζω', effugi tutus εἰς Μέγαρα. καὶ πρῶτον μὲν ἐπένθησαlugebam (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — a verbo 'πενθέω', luctum egi τὸν ἀδελφόν· ἔπειτα δ' ἐνθυμηθεὶς ὅτι οὐ δακρύοις ἀλλ' ἔργοις ἀμυνοῦμαιulciscar (μέλλ. ὁριστ. μέσ. α' ἑν.) — a verbo 'ἀμύνω', me defendam vel vindicabo, ἤκουσα τοὺς περὶ Θρασύβουλον ἀπὸ Φυλῆς κατιέναιredire (ἀπαρ. ἐνεστ. ἐνεργ.) — a verbo 'κάτειμι', de exsulibus redeuntibus καὶ ἐπὶ τὸν Πειραιᾶ στρατεύειν.
ἐνταῦθα ἔγνωνcognovi (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — a verbo 'γιγνώσκω', intellexi οἷον πόλεμον ἔδει με πολεμεῖν. μέτοικοςinquilinus (ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — advena Athenis habitans, non civis ὢν οὐκ ἔμελλον ἐν τάξει ἵστασθαιin acie stare (ἀπαρ. ἐνεστ. μέσ.) — in ordine militari consistere μετὰ τῶν ὁπλιτῶν· ἀλλ' ὅπερ ἐδυνάμην, τοῦτο παρεσχόμηνpraebui (ἀορ. ὁριστ. μέσ. α' ἑν.) — a verbo 'παρέχω', ex me contuli. διακοσίας μὲν γὰρ ἀσπίδας τοῖς φεύγουσιν ἔδωκα, δισχιλίας δὲ δραχμὰς καὶ δύο τάλαντα συνήγαγον, καὶ ξένους στρατιώτας ἐμισθωσάμηνconduxi (ἀορ. ὁριστ. μέσ. α' ἑν.) — a verbo 'μισθόω', mercede conduxi τριακοσίους, ὥστε τὴν ἐμὴν οἰκίαν γενέσθαι ταμιεῖονaerarium (ὀνομ./αἰτ. ἑν. οὐδ.) — locus ubi pecunia et res custodiuntur τῆς ἐκστρατείας.
καὶ ὅτε κατῆλθενrediit (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'κατέρχομαι', de populo ab exsilio redeunte ὁ δῆμος καὶ ἡ πόλις ἠλευθερώθηliberata est (ἀορ. ὁριστ. παθ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἐλευθερόω', in libertatem vindicata est, ἐπῄνεσάν με καὶ πολιτείαν μοι ἐψηφίσαντοdecreverunt (ἀορ. ὁριστ. μέσ. γ' πλ.) — a verbo 'ψηφίζομαι', suffragiis statuerunt — ἣν ὕστερον παράνομον ἀπέφηνανcontra leges esse declaraverunt (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' πλ.) — a verbo 'ἀποφαίνω', illegitimum pronuntiaverunt. ἀλλ' οὐ τοῦτο ἐζήτουν.
οὐ γὰρ ἀσπίδα ἐν τῇ τάξει ἐβάστασαgestavi (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — a verbo 'βαστάζω', id est tollere vel ferre, πάσας δὲ τὰς ἀσπίδας τὰς ἐν τῇ τάξει ἐγὼ ἐπεποιήκεινfeceram (ὑπερσ. ὁριστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — plusquamperfectum verbi 'ποιέω', actionem ante aliam peractam indicat· καὶ ἣν αὐτὸς ἐκστρατείαν ἐστράτευσαexpeditionem profectus sum (αἰτ. ἑν. et ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — figura etymologica, ubi nomen et verbum ex eadem radice oriuntur, οὐ δόρατιhasta (δοτ. ἑν. οὐδ.) — a nomine 'δόρυ', dativus instrumenti; de armis contra verba ἐγένετο ἀλλὰ λόγῳ — καὶ ἦν ἐπ' Ἐρατοσθένηνcontra Eratosthenem (πρόθ. μετ' αἰτ.) — 'ἐπί' cum accusativo hostilitatem vel impetum significat.
← Πάλιν εἰς πάσας τὰς ἱστορίας