Ὁ Φθόνος ἐν τῷ τοῦ Διονύσου Θεάτρῳ
Ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πρὶν ψηφίσασθαιsuffragium ferre (ἀπαρ. ἀορ. μέσ.) — a verbo 'ψηφίζομαι', significat sententiam suffragio dicere περὶ τῶν στρατηγῶν, ἐάσατέ με μῦθον ὑμῖν εἰπεῖν· πολλάκις γὰρ ὁ μῦθος ἀληθέστεραveriora (ἐπίθ. συγκρ. αἰτ. πλ. οὐδ.) — gradus comparativus adiectivi 'ἀληθής' λέγει τῶν ῥητόρωνoratorum (οὐσ. γεν. πλ. ἀρσ.) — genetivus comparationis post comparativum.
Λέγεται γάρ ποτε, Διονυσίων ὄντωνcum Dionysia celebrarentur (γεν. ἀπόλ.) — genetivus absolutus temporalem sensum habens, Ἀσπασίαν τὴν ἑταίρανmeretricem (οὐσ. αἰτ. ἑν. θηλ.) — mulier libera sed non honesta εἰς τὸ θέατρον ἀναβῆναι, ὡς τὴν τραγῳδίαν θεασομένηνspectaturam (μτχ. μέλλ. μέσ. αἰτ. ἑν. θηλ.) — participium futuri finalem sensum habens cum 'ὡς'. καθημένης δὲ αὐτῆς ἐν καλῷ τόπῳ, αἱ τῶν ἀστῶν γυναῖκες ἐζηλοτύπουνinvidebant (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' πλ.) — a verbo 'ζηλοτυπέω', zelum et invidiam significat, ὁρῶσαι τοὺς ἄνδρας πρὸς ἐκείνην μᾶλλον ἢ πρὸς τὴν σκηνὴν βλέποντας. "διὰ τί," ἔφασαν, "ἡ ξένη καὶ πόρνη ἐν τῇ πόλει εὐδαιμονεῖ, ἡμεῖς δ' αἱ σώφρονεςpudicae (ἐπίθ. ὀνομ. πλ. θηλ.) — modestae et castae mulieres ἀμελούμεθα;" καὶ ηὔξαντοprecatae sunt (ἀορ. ὁριστ. μέσ. γ' πλ.) — a verbo 'εὔχομαι', deos orare significat τῇ Ἥρᾳ, τῇ τῶν γαμετῶν θεῷ, τιμωρῆσαι τὴν ἐρωμένην.
ἡ δὲ Ἥρα, γραΐ πενιχρᾷaniculae pauperi (οὐσ. καὶ ἐπίθ. δοτ. ἑν. θηλ.) — dativus post verbum 'ὁμοιόω' ἑαυτὴν ὁμοιώσασαcum se similem fecisset (μτχ. ἀορ. ἐνεργ. ὀνομ. ἑν. θηλ.) — a verbo 'ὁμοιόω', se transformavit, παρὰ τὴν Ἀσπασίαν ἐκάθισεν, ὅπως κατασκοπήσῃexploraret (ὑποτ. ἀορ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'κατασκοπέω', in propositione finali cum 'ὅπως' τὴν ὕβριν αὐτῆς. ἐπεὶ δὲ ὁ ὑποκριτὴςhistrio (οὐσ. ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — actor qui partes in scaena agit τὰ τῆς Ἀνδρομάχης πάθη ἀπήγγελλε — τὸ τέκνον ἀπολωλὸςperditum (μτχ. παρακ. ἐνεργ. αἰτ. ἑν. οὐδ.) — a verbo 'ἀπόλλυμι', statum perditi indicat καὶ τὴν πατρίδα κεκαυμένην — εἶδεν ἡ θεὸς τὴν Ἀσπασίαν οὐ γελῶσαν οὐδ' ἀβρυνομένηνsuperbientem (μτχ. ἐνεστ. μέσ. αἰτ. ἑν. θηλ.) — a verbo 'ἁβρύνομαι', delicate se gerere vel superbire, ἀλλὰ δακρύουσαν σφόδρα καὶ τὸ πρόσωπον τῷ ἱματίῳ καλύπτουσαν.
καὶ θαυμάσασαmirata (μτχ. ἀορ. ἐνεργ. ὀνομ. ἑν. θηλ.) — a verbo 'θαυμάζω', indicat admirationem ἡ Ἥρα ἤρετοinterrogavit (ἀορ. ὁριστ. μέσ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἔρομαι', quaerere aliquid· "τί κλαίεις, ὦ γύναι; οὐ γὰρ σὸν τὸ πένθοςluctus (ὀνομ. ἑν. οὐδ.) — dolor ob mortem vel calamitatem." ἡ δ' Ἀσπασία ἀπεκρίνατο· "ξένη μέν εἰμι καὶ ἄπολιςexsul, sine patria (ὀνομ. ἑν. θηλ.) — adiectivum significans eum qui civitate caret, ὦ μῆτερ, ὥσπερ αὕτη· καὶ ἐγὼ οἶδα τί ἐστι μήτε πόλιν ἔχειν μήτε ἄνδρα βέβαιονfirmum, stabilem (αἰτ. ἑν. ἀρσ.) — adiectivum, de re certa et constanti. αἱ δὲ βλέπουσαι τὸ πρόσωπόν μου τὰ δάκρυα οὐχ ὁρῶσιν."
τότε δὴ ἡ Ἥρα, καίπερ ἥκουσαquamquam veniens (μτχ. ἐνεστ. ἐνεργ. ὀνομ. ἑν. θηλ. cum 'καίπερ') — constructio concessiva cum participio ἐπὶ τιμωρίᾳultioni, poenae (δοτ. ἑν. θηλ.) — poena vel vindicta, hic finis adventus, κατῴκτειρενmiserata est (παρατ./ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'κατοικτείρω', misericordiam sentire αὐτήν, καὶ ἀπῆλθεν οὐδὲν βλάψασαnocens, laedens (μτχ. ἀορ. ἐνεργ. ὀνομ. ἑν. θηλ.) — a verbo 'βλάπτω', damnum inferre. τὰς δὲ γυναῖκας οὐκ ἐτιμώρησεν· ἔφη γὰρ αὐτὰς ἤδη κολάζεσθαι αὐτῷ τῷ φθονεῖνipso invidendo (δοτ. ἑν. οὐδ. (ἔναρθρον ἀπαρ.)) — infinitivus articularis, instrumentum punitionis.
ταῦτ' οὖν, ὦ ἄνδρες, μέμνησθεmementote (προστ. παρακ. μέσ. β' πλ.) — a verbo 'μιμνήσκω', in memoria tenere. ὁρᾶτε τὸν στρατηγὸν ἐν τῷ τῆς τύχης καλῷ τόπῳ καθήμενονsedentem (μτχ. ἐνεστ. μέσ. αἰτ. ἑν. ἀρσ.) — a verbo 'κάθημαι', sedere καὶ φθονεῖτε· τὰ δὲ δάκρυα αὐτοῦ, τὰς φροντίδαςcuras, sollicitudines (αἰτ. πλ. θηλ.) — cogitationes anxiae, cura animi καὶ τοὺς κινδύνους, οὐχ ὁρᾶτε. ὁ γὰρ φθόνος τὸ μὲν λαμπρὸν βλέπει ὀξύταταacerrime (ἐπίρρ. ὑπερθ.) — superlativus adverbii 'ὀξέως', de acie visus, τὸ δὲ κρυπτὸνoccultum (αἰτ. ἑν. οὐδ.) — adiectivum, quod latet et non apparet πένθος τυφλός ἐστιν.
← Πάλιν εἰς πάσας τὰς ἱστορίας