Ἡ Αὐλητρὶς καὶ ἡ Ἐπιδημία

Νεᾶνις μέν εἰμι, τὴν δὲ τέχνην αὐλητρίςtibicina (ὀνομ. ἑν. θηλ.) — mulier quae tibiis canit· διηγήσομαιnarrabo (μέλλ. ὁριστ. μέσ. α' ἑν.) — verbum compositum ex 'διά' et 'ἡγέομαι' δὲ ὑμῖν ἃ εἶδον νυκτὸς ἐν τῷ συμποσίῳ.
Ἐπεὶ γὰρ εἰς τὸν ἀνδρῶναvirorum conclave (αἰτ. ἑν.) — pars domus viris destinata ubi convivia habebantur εἰσήχθηνintroducta sum (ἀορ. ὁριστ. παθ. α' ἑν.) — a verbo 'εἰσάγω', forma passiva aoristi, εὐθὺς ἐθαύμασα τὸ κάλλος τοῦ οἴκου. αἱ μὲν λαμπάδες ἔλαμπον πανταχόθεν, καὶ τὸ φῶς ἐπὶ τῶν τοίχων ἔστιλβενfulgebat (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — de splendore lucis vel nitore ὥσπερ χρυσός· κλῖναι δὲ ἦσαν ἓξ, στρώμασι μαλακοῖς καὶ ποικίλοις κεκοσμημέναιornatae (μτχ. παρακ. παθ. ὀνομ. πλ. θηλ.) — a verbo 'κοσμέω', indicat statum ornatum. ἐπὶ δὲ τῶν τραπεζῶν ἔκειτο ἄρτος λευκὸς καὶ ἰσχάδεςcaricae (ὀνομ. πλ. θηλ.) — fici siccatae καὶ τυρός, καὶ ὠδώδειolebat (ὑπερσ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'ὄζω', cum genetivo rei quae olet ὁ οἶκος ὅλος μύρου τε καὶ οἴνου καὶ ἴων.
Ἐν μέσῳ δὲ ἵστατο κρατὴρ μέγας, καὶ ὁ οἶνος ἐν αὐτῷ μέλας τε ἦν καὶ εὐώδης· ὁ δὲ παῖς ἀρυόμενοςhauriens (μτχ. ἐνεστ. μέσ. ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — a verbo 'ἀρύομαι', liquorem haurire ἐνέχειinfundebat (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — verbum compositum ex 'ἐν' et 'χέω' ταῖς κύλιξινpoculis (δοτ. πλ. θηλ.) — vasa ad bibendum destinata, αἳ περὶ τὰ χείλη χρυσαῖ ἔστιλβον. οἱ δὲ νεανίαι κατέκειντο ἐστεφανωμένοιcoronati (μτχ. παρακ. παθ. ὀνομ. πλ. ἀρσ.) — a verbo 'στεφανόω', cum dativo materiae κιττῷhedera (δοτ. ἑν. ἀρσ.) — planta Baccho sacra qua coronae fiebant καὶ ἴοις, καὶ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὑπὸ τοῦ οἴνου ἐρυθρὰ ἦν. ἐγέλων δὲ μέγα καὶ ᾖδον, καὶ ἐκέλευόν με αὐλεῖν τὸ ἥδιστον μέλος.
Ηὔλουνtibiā canebant (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' πλ.) — a verbo 'αὐλέω', significat tibiā canere οὖν, καὶ ὁ ἦχος περὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν ἐπέτετοvolabat (παρατ. ὁριστ. μέσ. γ' ἑν.) — a verbo 'πέτομαι', indicat motum per aera ὥσπερ ὄρνις. καλὸν μὲν οὖν ἦν τὸ θέαμα, ἀτὰρ ἐμοὶ φοβερόν. ἀναβλέψασαsuspiciens (μτχ. ἀορ. ἐνεργ. ὀνομ. ἑν. θηλ.) — verbum compositum ex 'ἀνά' et 'βλέπω' γὰρ εἶδον ὄπισθεν τῶν γελώντων προσώπων ἄλλο τι — ὠχρὰ γὰρ ἦν τὰ ὄμματα, καὶ ἱδρὼς ἐπὶ τῶν μετώπων, καὶ ἡ φωνὴ τραχεῖα ὥσπερ τῶν διψώντωνsitientium (μτχ. ἐνεστ. ἐνεργ. γεν. πληθ. ἀρσ.) — a verbo 'διψάω', eorum qui sitim patiuntur.
Τότε γὰρ ἐπεδήμειgrassabatur (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἐπιδημέω', hic de morbo pervagante ὁ λοιμὸς τῇ πόλει· ἔξω μὲν τῶν θυρῶν ἔκειντο οἱ νεκροὶ ἀτάφητοιinsepulti (ἐπίθ. ὀνομ. πληθ. ἀρσ.) — qui nondum sepulturae mandati sunt κατὰ τὰς ὁδούς, καὶ ἐκάετο τὰ σώματα ἐπὶ ταῖς πυραῖςrogis (δοτ. πληθ. θηλ.) — lignorum strues ad corpora comburenda νύκτωρ, ὥστε ἐρυθρὸν εἶναι τὸν οὐρανόν. οἱ δὲ ἔνδον, εἰδότες ὅτι αὔριον ἴσως τεθνήξονταιmortui erunt (μέλλ. ὁριστ. μέσ. γ' πλ.) — a verbo 'θνῄσκω', forma futuri perfecti, ἔσπευδον τήμερον πιεῖν πᾶσαν τὴν ἡδονήν. "πίωμενbibamus (ἀορ. ὑποτ. ἐνεργ. α' πλ.) — a verbo 'πίνω', coniunctivus hortativus," ἔφη τις, "ἕως ἔτι ζῶμεν· βραχὺς γὰρ ὁ βίος."
Καὶ ὁ μὲν στέφανος αὐτῷ ἐκ τῆς κεφαλῆς ἐς τὸν οἶνον κατέπεσενdecidit (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — verbum compositum ex 'κατά' et 'πίπτω', καὶ ἐβάπτετοtingebatur (παρατ. ὁριστ. μέσ./παθ. γ' ἑν.) — a verbo 'βάπτω', significat immergere vel tingere ἐρυθρός.
Ηὔλουνtibia canebam (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — a verbo 'αὐλέω', significat tibiam inflare οὖν ἔτι· οὐκ ᾔδεινsciebam (ὑπερσ. ὁριστ. α' ἑν.) — a verbo 'οἶδα', cum sensu praeteriti imperfecti δὲ πότερον ἐς κῶμονcomissationem (αἰτ. ἑν. ἀρσ.) — convivium laetum cum cantu et saltatione αὐλοίηνcanerem (εὐκτ. ἐνεστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — optativus in interrogatione obliqua post tempus praeteritum ἢ ἐς ἐκφοράνfunus, exsequias (αἰτ. ἑν. θηλ.) — pompa funebris qua mortuus effertur.
← Πάλιν εἰς πάσας τὰς ἱστορίας