Ἡ ἐν τῷ Βαλανείῳ Ἀναχώρησις

Πολλὰ μὲν δὴ γέρων ὢν μέμνημαιmemini (παρακ. ὁριστ. μέσ. α' ἑν.) — verbum a 'μιμνήσκω', sensu praesenti, ὦ παῖδες, πολλοὺς δὲ στρατηγοὺς εἶδον· ἀλλ᾽ οὐδένα πώποτε δεινότερονcallidiorem (συγκρ. αἰτ. ἑν. ἀρσ.) — comparativus adiectivi 'δεινός', hic 'peritum, sollertem' Φιλονίκου, ὑφ᾽ ᾧ νέος ὢν ἐστρατευσάμηνmilitavi (ἀορ. ὁριστ. μέσ. α' ἑν.) — a verbo 'στρατεύω', 'in militiam ivi'. οὗτος γὰρ ἀνὴρ τὰ μὲν πολέμια σοφός, τὰ δὲ ἀφροδίσια σοφώτερος ἦν· καὶ πλείους πόλεις ἑλὼν ἢ γυναῖκας οὐκ ἂν ῥᾳδίως εὕροιςnon facile invenias (εὐκτ. ἀορ. ἐνεργ. β' ἑν. μετὰ τοῦ ἄν) — optativus potentialis.
ἤραamabat (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἐράω', cum genitivo δέ ποτε τῆς Θράσωνος γυναικός, γείτονος ἀνδρὸς καὶ ἐμπόρου, ὃς πολλάκις ἀπεδήμει κατ᾽ ἐμπορίανperegre proficiscebatur mercaturae causa (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἀποδημέω', 'peregrinari'. ὁ οὖν στρατηγός, ὥσπερ κατάσκοπονexploratorem (αἰτ. ἑν. ἀρσ.) — speculator, qui res hostium observat πέμπων πρὸ τῆς μάχης, ἐπυνθάνετο ἀκριβῶς πότε ὁ ἀνὴρ ἐκπλεύσειενenavigasset (εὐκτ. ἀορ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἐκπλέω', optativus obliquus. καὶ ἐπεὶ ᾔσθετοsensit (ἀορ. ὁριστ. μέσ. γ' ἑν.) — a verbo 'αἰσθάνομαι' τὴν θάλατταν αὐτὸν ἔχουσαν, συνέταξεpraecepit (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'συντάσσω', 'iubere, imperare' τῇ γυναικὶ ἀπαντᾶν εἰς τὸ βαλανεῖον, ἔνθα ὑπὸ τοῦ ἀτμοῦ οἷόν τε ἦν λανθάνειν ὥσπερ ἐν σκότῳ.
ἐκεῖ δὴ συνελθόντεςcongressi (μτχ. ἀορ. ἐνεργ. ὀνομ. πληθ. ἀρσ.) — a verbo 'συνέρχομαι' οὐ περὶ εἰρήνης ἐβουλεύοντο. ἀλλ᾽ ἐν αὐτῇ τῇ προσβολῇimpetu (δοτ. ἑν. θηλ.) — assultus, aggressio militaris, ὦ παῖδες, γίγνεται πρᾶγμα οἷον οὐδεὶς στρατηγὸς προσεδόκησενexspectavit (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'προσδοκάω'· ὁ γὰρ Θράσων, χειμῶνος γενομένουorta tempestate (γεν. ἀπόλυτος) — genitivus absolutus, causam indicat, ἀνέστρεψενreversus est (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἀναστρέφω', 'redire' ἐκ τοῦ λιμένος καὶ εὐθὺ τοῦ βαλανείου ἐβάδιζεν, ὥσπερ ἐπίθεσις νυκτερινὴ τοῖς ἀφυλάκτοιςincustoditis (δοτ. πληθ. ἀρσ.) — qui sine custodia sunt, imparati.
ὁ δὲ Φιλόνικος — καὶ γὰρ τοῦτο θαυμαστόν — οὐκ ἐθορυβήθηperturbatus est (ἀορ. ὁριστ. παθ. γ' ἑν.) — a verbo 'θορυβέω', significat commoveri vel perturbari, ἀλλ᾽ ὥσπερ ἐν φάλαγγι κλινομένῃin acie cedente (δοτ. ἑν. θηλ. μετὰ μτχ. παρ. παθ.) — imago militaris de acie quae cedit vel inclinatur τὰ πράγματα διέταξεdisposuit (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'διατάσσω', res ordinare vel instruere. πρῶτον μὲν τὸν ἀτμὸν ἀθρόον ἀφῆκεν, καπνοῦ δίκηνfumi instar (γεν. ἑν. μετ' ἐπιρρ. 'δίκην') — 'δίκην' cum genetivo significat 'more, instar', ἵνα ἀφανὴς εἴη· ἔπειτα τὴν μὲν γυναῖκα εἰς τὰς τῶν γυναικῶν χώρας ὑπεξέπεμψενclam emisit (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — verbum compositum ex 'ὑπό', 'ἐκ' et 'πέμπω', occulte submittere, ὥσπερ τὰ σκευοφόραimpedimenta (αἰτ. πληθ. οὐδ.) — sarcinae vel impedimenta exercitus εἰς τὸ ἀσφαλές· αὐτὸς δέ, γυμνὸς ὢν καὶ ἄνευ ὅπλων, πρὸς τὸν τοῖχον ἀνέβη καὶ κατὰ τῆς θυρίδοςfenestrae (γεν. ἑν. θηλ.) — parva fenestra vel foramen ἀνεχώρησεν οὕτω κοσμίως ὥστε μηδὲ τὸν βαλανέαbalneatorem (αἰτ. ἑν. ἀρσ.) — qui balneo praeest αἰσθέσθαι.
ὁ μὲν οὖν Θράσων εἰσελθὼν οὐδὲν εὗρεν πλὴν ὕδατος θερμοῦ· ὁ δὲ στρατηγὸς διὰ τῶν στενωπῶνangiportuum (γεν. πληθ. ἀρσ.) — viae angustae, semitae inter aedificia γυμνὸς φεύγων εἰς τὴν οἰκίαν ἀπεσώθηsalvus evasit (ἀορ. ὁριστ. παθ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἀποσῴζω', incolumis servari, οὐδὲν ἀποβαλὼν πλὴν τῶν σανδαλίωνsandaliorum (γεν. πληθ. οὐδ.) — calceamenta levia, soleae.
καὶ ὕστερον, ὁσάκιςquotiescumque (ἐπίρρ.) — adverbium temporale, significat 'quoties' τις τὰς νίκας αὐτοῦ ἐπῄνειlaudabat (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἐπαινέω', laudare τὰς κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλατταν, ἐμειδίαsubridebat (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'μειδιάω', leniter ridere ὁ Φιλόνικος καὶ ἔλεγεν· «ἀλλ᾽ ἐκείνης οὐδεμίαν καλλίωpulchriorem (ἐπίθ. συγκρ. αἰτ. ἑν. θηλ.) — comparativus adiectivi 'καλός' (καλλίονα contractum) πέπραχα τῆς ἀναχωρήσεωςreceptus (γεν. ἑν. θηλ.) — a verbo 'ἀναχωρέω', recessus vel retractatio· γυμνὸς γὰρ φεύγων ἅπαντα τὰ ὅπλα διέσωσαservavi (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — a verbo 'διασῴζω', integrum servare.»
← Πάλιν εἰς πάσας τὰς ἱστορίας