Ὁ Κεραμεὺς ὁ Οὐδετέρῳ Προστιθέμενος

Στασιαζούσης τῆς πόλεωςcum civitas seditione laboraret (γεν. ἀπόλυτος, μτχ. ἐνεστ. θηλ.) — a verbo 'στασιάζω', significat discordiam civilem, συνῆλθον εἰς τὴν οἰκίαν Ἐξηκίου τοῦ κεραμέωςfiguli (γεν. ἑν. ἀρσ.) — artifex qui vasa fictilia facit οἵ τε γείτονες καὶ οἱ τὴν αὐτὴν τέχνην ἐργαζόμενοι, βουλόμενοι πυθέσθαιcognoscere (ἀπαρ. ἀορ. μέσ.) — a verbo 'πυνθάνομαι', sciscitari ποτέρᾳ μερίδι προσθήσεταιutri parti se adiuncturus sit (δοτ. ἑν. θηλ.· μέλλ. ὁριστ. μέσ. γ' ἑν.) — quaerunt cui factioni adhaesurus sit. ὁ δὲ ἀναστὰς παρὰ τὸν τροχὸν ἔλεξε τοιάδε.
**ΕΞΗΚΙΑΣ·** Ὦ ἄνδρες γείτονες, ἐρωτᾶτέ με πότερον τῶν πλουσίων ἢ τῶν πενήτων γενήσομαι. ἐγὼ δὲ ὑμῖν λέγω ὅτι οὐδετέρων. σκέψασθεconsiderate (προστ. ἀορ. μέσ. β' πλ.) — a verbo 'σκέπτομαι', animum advertere γὰρ τὸν πηλὸν τοῦτον· οὔτε λίθος ἐστὶν οὔτε ὕδωρ, ἀλλὰ μεταξὺ ἀμφοῖνinter utrumque (γεν. δυϊκ.) — 'ἀμφοῖν' est forma dualis pronominis, καὶ διὰ τοῦτο χρήσιμος. ἐὰν μὲν γὰρ ξηρανθῇaruerit (ὑποτ. ἀορ. παθ. γ' ἑν.) — a verbo 'ξηραίνω', siccum fieri, θραύεταιfrangitur (ἐνεστ. ὁριστ. παθ. γ' ἑν.) — a verbo 'θραύω', in fragmenta rumpi· ἐὰν δὲ ὑγρανθῇ, ῥεῖ. οὕτω καὶ πόλις, ὅταν εἰς δύο μέρη σχισθῇdivisa sit (ὑποτ. ἀορ. παθ. γ' ἑν.) — a verbo 'σχίζω', findi, ἀπόλλυται. ἐγὼ οὖν οὔτε τοῖς ὀλίγοις οὔτε τοῖς πολλοῖς, ἀλλὰ τῇ τέχνῃ μόνῃ προστίθεμαι· ταῦτα γὰρ τὰ ἀγγεῖαvasa (ὀνομ./αἰτ. πλ. οὐδ.) — vasa fictilia καὶ τοῖς πλουσίοις τὸν οἶνον καὶ τοῖς πένησι τὸ ὕδωρ φέρει. τίς οὖν δικαιότερος ἐμοῦ πολίτης, ὃς ἀμφοτέρους θεραπεύω;
**ΧΟΡΟΣ·** Καλῶς μὲν ὁ κεραμεὺς λέγει, καλῶς δὲ πλάττειfingit (ἐνεστ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'πλάσσω', formare, effingere καὶ τὸν λόγον ὥσπερ τὸ κύπελλονpoculum (αἰτ. ἑν. οὐδ.) — vas potorium. ἀλλ' ὅμως, ὦ σοφώτατεsapientissime (ὑπερθ. κλητ. ἑν. ἀρσ.) — gradus superlativus adiectivi 'σοφός', φοβούμεθα μή σε τὸ πῦρ τῆς πόλεως, οὐ τὸ τῆς καμίνουfornacis (γεν. ἑν. θηλ.) — fornax in qua vasa coquuntur, καταλάβῃ.
**ΕΞΗΚΙΑΣ·** Οὐδὲν δέδοικαtimeo (παρακ. ὁριστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — verbum 'δείδω', perfectum cum vi praesentis. ὁ γὰρ ἡσυχίαν ἄγωνquietem agens (μτχ. ἐνεστ. ἐνεργ. ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — locutio idiomatica, 'quietus manens' οὐδένα ἀδικεῖ. καθεδοῦμαιsedebo (μέλλ. ὁριστ. μέσ. α' ἑν.) — a verbo 'καθέζομαι', futurum παρὰ τῷ τροχῷ, καὶ αἱ μὲν σφαγαὶ ἔξω γενήσονται, ἐγὼ δὲ ἔνδον τὰ λαγυνίαlagoenulas (αἰτ. πληθ. οὐδ.) — deminutivum a 'λάγυνος', parva vasa ποιήσω. σιωπὴ γὰρ ἀσφαλέστερον στάσεωςtutior seditione (συγκρ. ἐπίθ. + γεν. συγκρ.) — comparativus cum genetivo comparationis.
**ΧΟΡΟΣ·** Ἀκούετε τὸν ἄνδρα, ὦ πολῖται· τὴν μέσην ὁδὸν αἱρεῖταιeligit (ἐνεστ. ὁριστ. μέσ. γ' ἑν.) — verbum 'αἱρέομαι' in medio, 'sibi eligit', ἣν οἱ πολλοὶ σοφίαν καλοῦσιν. ἀλλ' ἡμεῖς οἱ γέροντες μεμνήμεθαmeminimus (παρακ. ὁριστ. μέσ. α' πληθ.) — a verbo 'μιμνήσκομαι' cum genetivo, vim praesentis habet Σόλωνος τοῦ νομοθέτουlegislatoris (γεν. ἑν. ἀρσ.) — compositum ex 'νόμος' et 'τίθημι', ὃς ἔγραψεν ἐν τοῖς νόμοις τόδε· ὃς ἂν στασιαζούσης τῆς πόλεωςcivitate seditione laborante (γεν. ἀπόλ., μτχ. ἐνεστ.) — genetivus absolutus, tempus indicans μηδετέρᾳ μερίδι προσθῆταιneutri parti se adiungat (ἀορ. ὑποτ. μέσ. γ' ἑν. + δοτ.) — verbum 'προστίθεμαι' cum dativo, ἄτιμος ἔστωinfamis esto (προστ. ἐνεστ. γ' ἑν. + ἐπίθ.) — 'ἄτιμος' significat civem iuribus privatum καὶ τῆς πόλεως μὴ μετεχέτω.
Ταῦτα ἀκούσας ὁ Ἐξηκίας ἐσιώπησεtacuit (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'σιωπάω', silentium indicat, καὶ τὴν χεῖρα ἀπὸ τοῦ τροχοῦ ἀφείλετοabstulit (ἀορ. ὁριστ. μέσ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἀφαιρέομαι', 'sibi removit'· τὸ δὲ ἀγγεῖον, ἡμιτελὲς ὄνsemiperfectum ens (μτχ. ἐνεστ. ὀνομ. ἑν. οὐδ. + ἐπίθ.) — 'ἡμιτελής' compositum ex 'ἡμι-' et 'τέλος', εἰς ἑαυτὸ συνέπεσενcollapsum est (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — compositum ex 'σύν' et 'πίπτω', 'in se corruit'.
**ΧΟΡΟΣ·** Ὁρᾶτε· ὁ πηλὸςlutum (ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — materia figulina ex qua vasa finguntur ὁ μηδετέρωσεin neutram partem (ἐπίρρ.) — adverbium loci, significat 'in neutram directionem' κλιθεὶςinclinatus (μτχ. ἀορ. παθ. ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — a verbo 'κλίνω', indicat inclinationem πίπτει εἰς μέσον. οὕτω καὶ ὁ πολίτης· ὁ γὰρ οὐδετέρους αἱρούμενοςeligens (μτχ. ἐνεστ. μέσ. ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — a verbo 'αἱρέω', in medio 'eligere sibi' ὑπ' ἀμφοτέρων ἀπόλλυταιperit (ἐνεστ. ὁριστ. μέσ./παθ. γ' ἑν.) — verbum compositum ex 'ἀπό' et 'ὄλλυμι', significat 'perire'.
← Πάλιν εἰς πάσας τὰς ἱστορίας