Τὰ ἐν τῷ Λιμένι Θαύματα

Ἦν μὲν ἡ τῶν Μουνιχίων ἑορτή, καὶ ὁ Πειραιεὺς ὅλος ἔζειfervebat (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'ζέω', metaphorice de multitudine hominum ἀνθρώπων. ὁ γὰρ λιμὴν ὥσπερ λειμὼν ἐξήνθειefflorescebat (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἐξανθέω', significat florere, plenum esse· τὰ μὲν πλοῖα ἐν κύκλῳ ὥρμει, τὰ δ' ἱστία λευκὰ κατὰ τὴν αὔραν ἐκυμαίνετοfluctuabant (παρατ. ὁριστ. μέσ. γ' ἑν.) — a verbo 'κυμαίνω', de velis vento agitatis, τὸ δὲ ὕδωρ ὑπὸ τῷ ἡλίῳ ἔστιλβεν ὥσπερ χαλκὸς νεοσμηχθείςrecens defricatus (μτχ. ἀορ. παθ. ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — compositum ex 'νέος' et 'σμήχω' (tergo, polio). ὀσμὴ δὲ λιβανωτοῦ καὶ κνίσηςnidoris (γεν. ἑν. θηλ.) — odor adipis ex victimis assatis ἀπὸ τῶν βωμῶν ἀνέβαινεν, καὶ πανταχῇ ἔφερον οἱ παῖδες τοὺς ἀμφιφῶντας πλακοῦνταςamphiphontas placentas (αἰτ. πληθ. ἀρσ.) — placentae Artemidi sacrae parvis facibus circumdatae, οἷς περὶ τὰ χείλη λαμπάδια μικρὰ ἔκαιε τῇ Ἀρτέμιδι. αὐλῶν δὲ βοὴ καὶ γελῶν καὶ κρότος χειρῶν πάντα κατεῖχεν.
Ἐν δὲ τούτῳ Θεανὼ ἡ μαῖαobstetrix (ὀνομ. ἑν. θηλ.) — mulier quae parturientibus adest, γυνὴ πρεσβῦτις καὶ πολλῶν τόκων ἔμπειρος, διὰ τοῦ ὄχλου ἐβάδιζεν, τῆς ἑορτῆς ἥκουσα μεθέξουσαparticipatura (μτχ. μέλλ. ἐνεργ. ὀνομ. ἑν. θηλ.) — a verbo 'μετέχω', exprimit finem, cum genetivo. ἐξαίφνης δ' ἤκουσε βοὴν ὀξεῖαν ἐκ νεώς τινος Κορινθίας· γυνὴ γὰρ ἐν ὠδῖσινin doloribus partus (δοτ. πληθ. θηλ.) — dolores parturientis, a 'ὠδίς' ἔκειτο ἐπὶ τοῦ καταστρώματοςtabulati navis (γεν. ἑν. οὐδ.) — pars superior navis, pons, ξένη καὶ ἔρημος φίλων. ἡ δὲ μαῖα εὐθὺς ἀνέβη καὶ πᾶσαν τὴν τέχνην προσέφερεν· ἀλλ' ὅμως οὐ προυχώρειprocedebat (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'προχωρέω', hic de partu qui non progreditur ὁ τόκος, ἀλλ' ὠχρὰ ἦν ἡ ξένη καὶ ἐγγὺς θανάτου.
Ἀπορουμένηhaerens (μτχ. ἐνεστ. μέσ. ὀνομ. ἑν. θηλ.) — a verbo 'ἀπορέομαι', consilii inops οὖν ἡ Θεανὼ πρὸς τὸν οὐρανὸν τὰς χεῖρας ἀνέτεινεsustulit (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἀνατείνω', manus in caelum tollere καὶ "ὦ πότνια Ἄρτεμι," ἔφη, "λυσίζωνεzonam solvens (κλητ. ἑν. θηλ.) — epitheton Artemidis, parturientes adiuvantis, βοήθει." καὶ ἰδού, διὰ τοῦ πλήθους προσῆλθε γυνή τις ὑψηλή, λαμπάδα φέρουσα ὥσπερ αἱ ἄλλαι, τὸ δὲ πρόσωπον αὐτῆς ἔλαμπεν οὐχ ὡς ἀνθρώπου. ἥψατοtetigit (ἀορ. ὁριστ. μέσ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἅπτομαι', cum genetivo δὲ τῆς γαστρὸς τῆς καμνούσης, καὶ παραχρῆμαstatim (ἐπίρρ.) — adverbium temporis, illico ἐγένετο ὁ παῖς, κλαυθμυριζόμενοςvagiens (μτχ. ἐνεστ. μέσ. ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — a verbo 'κλαυθμυρίζομαι', de infantis fletu ὑγιής. ἡ δὲ ξένη ἀνέπνευσε καὶ ἐδάκρυσεν ὑπὸ χαρᾶς.
Ζητοῦσα δ' ἡ μαῖαobstetrix (ὀνομ. ἑν. θηλ.) — femina quae partui adest et parturienti auxilium fert τὴν βοηθὸν εὐχαριστῆσαιgratias agere (ἀπαρ. ἀορ. ἐνεργ.) — gratiam referre alicui pro beneficio, οὐδαμοῦ εὗρεν· ἠφάνιστοevanuerat (ὑπερσ. ὁριστ. μέσ./παθ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἀφανίζω', omnino e conspectu abierat γὰρ ὥσπερ καπνός, μόνον δ' ὀσμὴ κρόκουodor croci (ὀνομ. ἑν. θηλ. cum γεν.) — odor floris crocei, saepe cum praesentia divina coniunctus κατελείπετοrelinquebatur (παρατ. ὁριστ. μέσ./παθ. γ' ἑν.) — a verbo 'καταλείπω', solum manebat. τότε δὴ ἡ Θεανὼ ᾔσθετοsensit (ἀορ. ὁριστ. μέσ. γ' ἑν.) — a verbo 'αἰσθάνομαι', animadvertit, cognovit ὅτι οὐ μόνη τὴν ζώνην ἔλυσεzonam solvit (αἰτ. ἑν. θηλ. cum ἀορ.) — locutio de parturitione, quia mulieres zonam parientes solvebant ταύτην τὴν ἡμέραν.
← Πάλιν εἰς πάσας τὰς ἱστορίας