**Ἡ ἐν τῇ Ἡλιαίᾳ Σιωπή**

Πίνωμενbibamus (ὑποτ. ἐνεστ. ἐνεργ. α' πλ.) — coniunctivus hortativus, invitatio ad bibendum μέν, ὦ ἄνδρες, ἀλλὰ πρῶτον ἀκούσατέ μου· ἐπειδὴ γὰρ ἐκελεύσατέ με εἰπεῖν ἃ χθὲς ἐθεασάμηνspectavi (ἀορ. ὁριστ. μέσ. α' ἑν.) — a verbo deponenti 'θεάομαι', oculis contemplari, πειράσομαιconabor (μελλ. ὁριστ. μέσ. α' ἑν.) — a verbo 'πειράομαι', significat conatum ὑμῖν πρὸ ὀμμάτων ποιῆσαιante oculos ponere (ἀπαρ. ἀορ. ἐνεργ.) — locutio, res tam clare describere ut videatur τὸ πρᾶγμα.
Εἰσῆλθον οὖν εἰς τὴν Ἡλιαίαν περὶ πλήθουσαν ἀγοράνcirca forum plenum (μτχ. ἐνεστ. αἰτ. ἑν. θηλ.) — locutio temporis, hora matutina qua forum hominibus completur. ὁ δ᾽ ἥλιος ἤδη θερμὸς ἐπέκειτο, καὶ κονιορτὸς ἀνῄειpulvis surgebat (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἄνειμι', pulvis ascendebat λεπτός, ὥστε τὰς ῥῖνας δάκνειν· ἀπὸ δὲ τῶν σωμάτων τῶν πυκνῶν ἱδρῶτος ὠδώδειolebat (ὑπερσ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'ὄζω', odorem emittebat (cum gen. ἱδρῶτος). οἱ μὲν δικασταί, γέροντες τὸ πλεῖστον, ἐπὶ τοῖς ξυλίνοις βάθροις ἐκάθηντο πυκνοί, τὰ βακτήρια κρατοῦντες· ἡ δὲ κλεψύδραclepsydra (ὀνομ. ἑν. θηλ.) — horologium aquarium quo tempus oratorum metiebatur παρὰ τῷ βήματι ἔσταζενstillabat (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'στάζω', guttatim fluebat, καὶ ἦν ἀκούειν τὸν ψόφον τοῦ ὕδατος μεταξὺ τοῦ θορύβου, ὥσπερ καρδίαν πάλλουσανpalpitantem (μτχ. ἐνεστ. ἐνεργ. αἰτ. ἑν. θηλ.) — a verbo 'πάλλω', vibrare, palpitare (de corde).
Ἦν γὰρ ἡ δίκη πολιτική· κατηγόρειaccusabat (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'κατηγορέω', cum gen. personae accusatae τις τῶν δημαγωγῶν Ἀσπασίας τῆς ἑταίρας, φάσκωνaffirmans (μτχ. ἐνεστ. ἐνεργ. ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — a verbo 'φάσκω', asserere, dicere αὐτὴν οὐ μόνον ἀσεβεῖν, ἀλλὰ καὶ συνάγειν εἰς ἓν τοὺς τὰ τῶν ὀλίγων φρονοῦνταςeos qui paucorum partes sentiunt (μτχ. ἐνεστ. ἐνεργ. αἰτ. πλ. ἀρσ.) — locutio politica, oligarchiae faventes, καὶ διαφθείρειν τὴν πόλιν δι᾽ ἑνὸς ἀνδρός. ἐβόα δὲ μέγα, καὶ τὴν χεῖρα ἀνέτεινενextendebat (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἀνατείνω', sursum tendere, καὶ ἐρυθρὸς ἦν τὸ πρόσωπον ὑπ᾽ ὀργῆς· οἱ δὲ δικασταὶ ἀντεθορύβουνcontra tumultuabantur (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' πλ.) — verbum compositum ex 'ἀντί' et 'θορυβέω', οἱ μὲν ἐπαινοῦντες, οἱ δὲ σύροντες τοὺς πόδας, ὥστε τὸ οἴκημα ὅλον σείεσθαιquati (ἀπαρ. ἐνεστ. μέσ./παθ.) — a verbo 'σείω', in consecutivo cum ὥστε.
Ἐν δὲ τούτῳ πάντων κραυγαζόντωνclamantium (μτχ. ἐνεστ. ἐνεργ. γεν. πλ. ἀρσ.) — genetivus absolutus cum 'πάντων'; a verbo 'κραυγάζω', clamo κατέστηconstitit (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'καθίστημι', hic intransitive, se collocavit ἐκείνη ἐν μέσῳ. οὐκ ἔκλαεν, οὐδὲ τὰ παιδία προσῆγεν, ὥσπερ οἱ πολλοὶ ποιοῦσιν· ἀλλ᾽ ἵστατο ὀρθή, τὸ ἱμάτιον περὶ τῇ κεφαλῇ συνεσταλμένηcontracta (μτχ. παρακ. μέσ.-παθ. ὀνομ. ἑν. θηλ.) — a verbo 'συστέλλω', velata quod ad caput vestem contraxit, καὶ ἔβλεπεν ἡσυχῇ εἰς τοὺς δικαστάς, ἕνα καθ᾽ ἕνα, ὥσπερ ἀριθμοῦσα. καὶ οὕτω σιωπηλὸν ἦν τὸ βλέμμα καὶ οὕτως ἀτάραχον, ὥστε πρῶτον μὲν ὁ κατήγορος ἐπαύσατο βοῶν, εἶτα καὶ ὁ θόρυβος ἐμαραίνετοlanguescebat (παρατ. ὁριστ. μέσ.-παθ. γ' ἑν.) — a verbo 'μαραίνω', paulatim minuebatur, καὶ τέλος οὐδὲν ἦν ἀκούειν πλὴν τῆς κλεψύδρας σταζούσηςclepsydrae stillantis (γεν. ἑν. cum μτχ. ἐνεστ.) — clepsydra, horologium aquarium in iudiciis usitatum.
Τότε δὴ εἶπε μόνον ταῦτα· «Ἐγώ, ὦ ἄνδρες, οὐ πολιτεύομαιrem publicam gero (ἐνεστ. ὁριστ. μέσ. α' ἑν.) — in re publica versor, civis officia exerceo· λέγειν δ᾽ ἐπίσταμαιscio (ἐνεστ. ὁριστ. μέσ. α' ἑν.) — verbum deponens, cum infinitivo 'λέγειν'. τοῦτο δ᾽ ὑμεῖς κρίνατεiudicate (ἀορ. προστ. ἐνεργ. β' πλ.) — a verbo 'κρίνω' πότερον δεινότερονutrum gravius (συγκρ. οὐδ. ἑν. cum ἐρωτ.) — interrogatio indirecta, utrum sit periculosius
Καὶ οἱ μὲν ψῆφοι ἔπεσονcalculi ceciderunt (ὀνομ. πλ. cum ἀορ. ὁριστ.) — ψῆφοι sunt suffragia in urnam data, ἀπελύθηabsoluta est (ἀορ. ὁριστ. παθ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἀπολύω', crimine liberata est δέ. ὥστε, ὦ φίλοι, τοῦθ᾽ ὑμῖν λέγω πιὼν τήνδε τὴν κύλικα· ἡ τῆς γυναικὸς σιωπὴ ἐνίκησεν ἐκεῖ, ὅπου αἱ τῶν ἀνδρῶν μυρίαι φωναὶ ἡττήθησανvictae sunt (ἀορ. ὁριστ. παθ. γ' πλ.) — a verbo 'ἡττάομαι', superatae sunt.
← Πάλιν εἰς πάσας τὰς ἱστορίας