Ἐγκώμιον Καλλίου τοῦ Χορηγοῦ

Ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀνέστηνsurrexi (ἀορ. ὁριστ. β' ἐνεργ. α' ἑν.) — a verbo 'ἀνίστημι', in intransitivo sensu 'surgere' ἐπαινέσωνlaudaturus (μτχ. μέλλ. ἐνεργ. ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — participium futuri finem indicans, 'ut laudarem' ἄνδρα ὃν οὐ διὰ τὸν πλοῦτον μόνον, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀρετὴν ἄξιόν ἐστι τιμᾶνdignum est honorare (ἀπαρ. ἐνεργ. μετὰ ἐπιθ.) — constructio impersonalis cum infinitivo. λέγω δὲ περὶ Καλλίου, ὃν πάντες ἴστεscitis (παρακ. ὁριστ. β' πλ.) — a verbo 'οἶδα', forma perfecti cum vi praesentis χορηγὸν γενόμενον λαμπρότατονsplendidissimum (ἐπίθ. ὑπερθ. αἰτ. ἑν. ἀρσ.) — superlativus ab adiectivo 'λαμπρός'.
ἐπεὶ γὰρ ἡ πόλις ἔμελλεν ἐκστρατεύεσθαιin expeditionem proficisci (ἀπαρ. ἐνεστ. μέσ.) — verbum compositum ex 'ἐκ' et 'στρατεύω', καὶ οἱ στρατηγοὶ τὰ χρήματα ᾔτουνposcebant (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' πλ.) — a verbo 'αἰτέω', cum augmento in ᾐ-, οὐχ ὥσπερ οἱ πολλοὶ τῶν πλουσίων ἀπεκρύψατοoccultavit (ἀορ. ὁριστ. μέσ. γ' ἑν.) — verbum compositum ex 'ἀπό' et 'κρύπτω' τὴν οὐσίανpatrimonium (οὐσ. αἰτ. ἑν. θηλ.) — significat divitias vel bona possessa οὐδ᾽ εἰς τοὺς πένητας ἀπέβλεψεν, ἀλλ᾽ αὐτὸς πρῶτος ἀναβὰς εἰς τὴν ἀκρόπολιν, ἔνθα ἡ θεὸς οἰκεῖ, τριήρη τε ὑπέσχετοpollicitus est (ἀορ. ὁριστ. μέσ. γ' ἑν.) — a verbo 'ὑπισχνέομαι', promittere παρέξειν καὶ ἀργύριον οὐκ ὀλίγον εἰς τὸν πόλεμον.
ἐνθυμήθητεconsiderate (ἀορ. προστ. παθ. β' πλ.) — a verbo 'ἐνθυμέομαι', animo reputare δέ, ὦ ἄνδρες, ὅτι οὗτος ὁ αὐτὸς ἀνήρ, ὃς πρότερον τῷ χορῷ τὴν νίκην παρέσχενpraebuit (ἀορ. ὁριστ. β' ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'παρέχω', νῦν τῇ πόλει τὴν σωτηρίαν παρέχειν βούλεται. ὥσπερ γὰρ τότε τοὺς χορευτὰς κάλλιστα ἐκόσμησενornavit (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'κοσμέω', οὕτω νῦν τοὺς ὁπλίτας ὥπλισενarmavit (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'ὁπλίζω', armis instruere. οὐ γὰρ ἐνόμιζε δεῖν ἐν μὲν ταῖς ἑορταῖς φιλότιμοςambitiosus (ἐπίθ. ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — honoris cupidus, ad gloriam studiosus εἶναι, ἐν δὲ τοῖς κινδύνοις φειδωλόςparcus (ἐπίθ. ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — significat hominem avarum vel nimis parcum.
καίτοι τίς οὐκ ἂν θαυμάσειεmiretur (ἀορ. εὐκτ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — cum 'ἄν' potentialem sensum habet τὸν τρόπον τοῦ ἀνδρός; ἀναστὰς γὰρ ἐν τῇ ἀκροπόλει πρὸς τὸ ἄγαλμαsimulacrum (αἰτ. ἑν. οὐδ.) — statua dei ad honorem posita τῆς Ἀθηνᾶς ἔλεξεν· «ὦ δέσποινα, εἰ σὺ τὴν πόλιν σῴζεις, δίκαιόν ἐστι καὶ ἐμὲ τῶν ἐμῶν τι διδόναι.» καὶ ταῦτα εἰπὼν οὐκ ἐψεύσατοmentitus est (ἀορ. ὁριστ. μέσ. γ' ἑν.) — a verbo 'ψεύδομαι', ἀλλ᾽ ἔργῳ ἐβεβαίωσεconfirmavit (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'βεβαιόω', firmum reddere τὸν λόγον.
ἐντεῦθεν οὖν ἡ τριήρηςtriremis (ὀνομ. ἑν. θηλ.) — navis longa tribus remorum ordinibus instructa ἡ Καλλίου πρώτη τῶν ἄλλων ἐξέπλευσεν, καὶ οἱ ναῦται, ἅτε καλῶς τρεφόμενοι, προθύμως ἤρεττονremigabant (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' πλ.) — a verbo 'ἐρέττω', remis navem impellere. ὥστε καὶ τῆς νίκης, ἣν ὕστερον ἐνικήσαμεν, οὐκ ἐλάχιστον μέρος τούτῳ μέτεστινpars est (ἐνεστ. ὁριστ. γ' ἑν.) — impersonale cum dativo et genitivo, 'aliquis partem habet'.
νῦν οὖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀξιῶpostulo (ἐνεστ. ὁριστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — a verbo 'ἀξιόω', dignum censere vel rogare ὑμᾶς τὸν τοιοῦτον ἄνδρα τιμῆσαι στεφάνῳ. οὐ γὰρ τοῖς λέγουσι μόνον, ἀλλὰ καὶ τοῖς πράττουσι τὰ ἀγαθὰ δεῖ χάριν ἀποδιδόναιgratiam reddere (ἀπαρ. ἐνεστ. ἐνεργ.) — locutio idiomatica, gratiam referre. εἰ γὰρ τοὺς φιλοτίμουςhonoris cupidos (αἰτ. πληθ. ἀρσ.) — adiectivum, gloriae studiosum significat τιμήσετε, πολλοὺς μιμητὰς αὐτῶν ἕξετε· εἰ δὲ ἀμελήσετε, οὐδεὶς ἐθελήσει τὰ ἴδια ὑπὲρ τῶν κοινῶν ἀναλίσκεινimpendere (ἀπαρ. ἐνεστ. ἐνεργ.) — consumere, expendere pecuniam.
ταῦτα δὲ λέγω οὐ Καλλίᾳ χαριζόμενοςgratificans (μτχ. ἐνεστ. μέσ. ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — a verbo 'χαρίζομαι', cum dativo constructum, significat gratiam alicui facere, ἀλλὰ τῇ πόλει συμβουλεύωνconsulens (μτχ. ἐνεστ. ἐνεργ. ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — verbum compositum ex 'σύν' et 'βουλεύω', cum dativo, consilium dare. ὁ γὰρ τοὺς ἀγαθοὺς τιμῶνhonorans (μτχ. ἐνεστ. ἐνεργ. ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — a verbo 'τιμάω', forma contracta οὐκ ἐκείνους μᾶλλον ἢ ἑαυτὸν εὖ ποιεῖbene facit (ἐνεστ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — locutio, significat beneficium alicui praestare.
← Πάλιν εἰς πάσας τὰς ἱστορίας