Ἡ Μαῖα ἡ ἐν τῇ Κρήνῃ
Νῦν δὴ γέρων ὢν μέμνημαιmemini (παρακ. ὁριστ. μέσ. α' ἑν.) — verbum cum sensu praesentis, a 'μιμνῄσκω', regit accusativum ἃ νέος ποτὲ εἶδον παρὰ τὴν κρήνηνfontem (αἰτ. ἑν. θηλ.) — fons aquae naturalis τὴν ἐν τῷ ἀγρῷ τῷ ἡμετέρῳ. ἔτι γὰρ ἐναργῶςclare, evidenter (ἐπίρρ.) — adverbium a 'ἐναργής', significat vividam imaginem ὁρῶ τῇ ψυχῇ τὴν γυναῖκα ἐκείνην, ἣ μαῖαobstetrix (ὀνομ. ἑν. θηλ.) — mulier quae partui adest ἦν, καθημένηνsedentem (μτχ. ἐνεστ. μέσ. αἰτ. ἑν. θηλ.) — a verbo 'κάθημαι', indicat statum sedendi παρὰ τὸ ὕδωρ τὸ ψυχρόν.
Γραῦς μὲν ἦν, ὦ φίλοι, ἀλλ' ὅμως ἔτι ἰσχυρὰ τὰς χεῖρας. τὸ πρόσωπον αὐτῆς ῥυτίδων μεστὸν ἦν, ὥσπερ ἡ γῆ ἡ ξηρὰ ἐν τῷ θέρει· οἱ δ' ὀφθαλμοὶ ἔτι λαμπροὶ καὶ φιλόφρονεςbenevoli (ὀνομ. πλ. ἀρσ.) — adiectivum compositum ex 'φίλος' et 'φρήν'. τὴν κεφαλὴν εἶχε καλύμματι λευκῷ κεκαλυμμένηνtectam, velatam (μτχ. παρακ. μέσ./παθ. αἰτ. ἑν. θηλ.) — a verbo 'καλύπτω', indicat statum operimenti, καὶ ἱμάτιον φαιὸν περιεβέβλητοcircumdederat sibi (ὑπερσ. ὁριστ. μέσ. γ' ἑν.) — a verbo 'περιβάλλω', de veste indutam.
Ἐκαθέζετο δὲ ἐπὶ λίθου παρὰ τὴν κρήνην, ἔνθα τὸ ὕδωρ ἐκ τῆς πέτρας ἔρρει καθαρὸν καὶ διαυγέςpellucidum (ἐπίθ. ὀνομ. ἑν. οὐδ.) — adiectivum quod 'perlucens' significat. πέριξ δὲ δένδρα ἦν, καὶ σκιὰ ἡδεῖα ἐν τῷ καύματιaestu (δοτ. ἑν. οὐδ.) — calorem solis aestivi denotat. μέμνημαι γὰρ ὡς τεττίγων ᾠδὴ ἤχει πανταχοῦ, καὶ ὡς αἱ μέλιτται περὶ τὰ ἄνθη ἐβόμβουνbombabant (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' πλ.) — verbum sonum apium imitans.
Ἐγὼ δὲ διψῶνsitiens (μτχ. ἐνεστ. ἐνεργ. ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — a verbo 'διψάω', sitim habere προσῆλθον, βουλόμενος πιεῖν. ἡ δὲ μαῖα ἰδοῦσά με νέον ὄντα καὶ ξένον, εὐθὺς ἀνέστη καὶ ἐμειδίασενsubrisit (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'μειδιάω', leniter ridere. "ὦ παῖ," ἔφη, "ἐλθὲ δεῦρο καὶ πῖθιbibe (ἀορ. προστ. ἐνεργ. β' ἑν.) — imperativus a verbo 'πίνω'. ψυχρὸν γὰρ τὸ ὕδωρ καὶ γλυκύ." καὶ λαβοῦσα κύλικα κεραμέανcalicem fictilem (αἰτ. ἑν. θηλ.) — poculum ex argilla factum, ἣν παρ' ἑαυτῇ εἶχεν, ἤντλησενhausit (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἀντλέω', aquam haurire ὕδωρ καὶ ὤρεξέ μοι.
Ἔπειτα δὲ καὶ ἄρτον προσέφερε καὶ ἐλαίας, λέγουσα ὅτι ξένον τιμᾶν δεῖ καὶ ξενίανhospitium (αἰτ. ἑν. θηλ.) — ius hospitii erga peregrinos παρέχειν· τοὺς γὰρ ξένους ὁ Ζεὺς ἐφορᾷtuetur (ἐνεστ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἐφοράω', custodire ac respicere, ὁ ξένιος θεός. ἐγὼ δὲ ἐθαύμαζον τὴν τῆς γραὸς φιλοφροσύνηνbenignitatem (αἰτ. ἑν. θηλ.) — animum benevolum ac humanum, ὅτι πενιχρὰ οὖσα ὅμως οὕτως ἐλευθερίωςliberaliter (ἐπίρρ.) — adverbium modi, generose ἐδίδου.
Ἠρόμηνrogavi (ἀορ. ὁριστ. μέσ. α' ἑν.) — a verbo 'ἔρομαι', interrogo δ' αὐτὴν τίς εἴηesset (εὐκτ. ἐνεστ. γ' ἑν.) — modus optativus obliquus a verbo 'εἰμί'. ἡ δ' ἀπεκρίνατο ὅτι μαῖαobstetrix (ὀνομ. ἑν. θηλ.) — femina quae partui adest εἴη, καὶ πολλὰ τέκνα εἰς τὸ φῶς ἐνηνόχοιtulisset (εὐκτ. παρακ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'φέρω', forma optativa perfecti ἐν τῷ μακρῷ βίῳ. "ὥσπερ ἡ κρήνη αὕτη," ἔφη, "ζωὴν παρέχει τοῖς διψῶσινsitientibus (μτχ. ἐνεστ. ἐνεργ. δοτ. πλ. ἀρσ.) — a verbo 'διψάω', sitio, οὕτω κἀγὼ ζωὴν εἰς τὸν κόσμον ἤγαγον."
Ταῦτα εἰποῦσαcum dixisset (μτχ. ἀορ. ἐνεργ. ὀνομ. ἑν. θηλ.) — a verbo 'λέγω/εἶπον' ἐγέλασεν ἡσυχῇquiete (ἐπίρρ.) — adverbium, leniter, placide. ἐγὼ δὲ ἀπῆλθον χάριν ἔχων, καὶ οὐδέποτε ἐπελαθόμηνoblitus sum (ἀορ. ὁριστ. μέσ. α' ἑν.) — a verbo 'ἐπιλανθάνομαι', cum genetivo οὔτε τῆς κρήνης οὔτε τῆς μαίας τῆς ἐκεῖ καθημένηςsedentis (μτχ. ἐνεστ. μέσ. γεν. ἑν. θηλ.) — a verbo 'κάθημαι', sedeo. καὶ νῦν γέρων ὢν λογίζομαι ὅτι ἡ ἀληθὴς ξενίαhospitalitas (ὀνομ. ἑν. θηλ.) — ius hospitii, benevolentia erga peregrinos οὐκ ἐν τῷ πλούτῳ ἐστίν, ἀλλ' ἐν τῇ τῆς ψυχῆς εὐνοίᾳbenevolentia (δοτ. ἑν. θηλ.) — animi benignitas.
← Πάλιν εἰς πάσας τὰς ἱστορίας