Ἐγκώμιον περὶ Ἀσπασίας τῆς σοφῆς

Ἀσπασία ἡ Μιλησία, γυνὴ σοφωτάτη καὶ δεινὴ λέγεινperita dicendi (ἐπίθ. ὀνομ. ἑν. θηλ. μετ' ἀπαρ.) — 'δεινός' cum infinitivo significat 'callidus ad aliquid faciendum', ἐν τῷ ἐργαστηρίῳofficina (δοτ. ἑν. οὐδ.) — locus ubi homines conveniunt et operantur ἐκάθητοsedebat (παρατ. ὁριστ. μέσ. γ' ἑν.) — a verbo 'κάθημαι', indicat statum sedendi, ἔνθα πολλοὶ τῶν Ἀθηναίων συνήρχοντοconveniebant (παρατ. ὁριστ. μέσ. γ' πλ.) — verbum compositum ex 'σύν' et 'ἔρχομαι' λόγων χάρινsermonis causa (γεν. πλ. μετὰ προθ.) — 'χάριν' cum genitivo significat 'gratia, propter'. οὐ γὰρ μόνον τὸ κάλλος αὐτῆς ἐθαύμαζον, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον τὴν φρόνησινprudentiam (αἰτ. ἑν. θηλ.) — facultas recte iudicandi et cogitandi καὶ τὴν περὶ τοὺς λόγους τέχνην.
ἡμέρᾳ δέ τινι παρῆσανaderant (παρατ. ὁριστ. γ' πλ.) — a verbo 'πάρειμι', compositum ex 'παρά' et 'εἰμί' ἄνδρες περὶ συμμαχίας βουλευόμενοιdeliberantes (μτχ. ἐνεστ. μέσ. ὀνομ. πλ. ἀρσ.) — a verbo 'βουλεύομαι', consilium capere. ἠπόρουνdubitabant (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' πλ.) — a verbo 'ἀπορέω', in dubio esse, haerere γὰρ πότερον χρὴ ταῖς ἀσθενεστέραιςinfirmioribus (συγκρ. ἐπίθ. δοτ. πλ. θηλ.) — comparativus ab 'ἀσθενής' πόλεσι συμμαχεῖν ἢ ταῖς ἰσχυροτέραις. ἡ δὲ Ἀσπασία, αἰσθομένηsentiens (μτχ. ἀορ. μέσ. ὀνομ. ἑν. θηλ.) — a verbo 'αἰσθάνομαι', percipere, intellegere τὴν ἀπορίαν αὐτῶν, εἶπεν·
"ὦ ἄνδρες, ἀκούσατεaudite (ἀορ. προστ. ἐνεργ. β' πλ.) — imperativus aoristi a verbo 'ἀκούω' μῦθόν τινα, ὃν παρὰ τῶν παλαιῶνantiquorum (γεν. πληθ. ἀρσ.) — indicat homines veteres seu antiquos ἐπυθόμηνdidici (ἀορ. ὁριστ. μέσ. α' ἑν.) — a verbo 'πυνθάνομαι', significat cognoscere.
λέγεται γάρ ποτε λέοντα καὶ μῦν συμμαχίαν ποιήσασθαιsocietatem facere (αἰτ. ἑν. καὶ ἀπαρ. ἀορ. μέσ.) — foedus seu societatem belli inire. ὁ μὲν γὰρ λέων μέγας ἦν καὶ ἰσχυρός, ὁ δὲ μῦς μικρὸς καὶ ἀσθενής. ἐγέλωνridebant (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' πλ.) — a verbo 'γελάω', cum contractione οὖν οἱ ἄλλοι θῆρες, λέγοντες· 'τί ὠφελήσειproderit (μέλλ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'ὠφελέω', significat iuvare σε, ὦ λέον, ὁ μῦς οὗτος ὁ ἀσθενής;' ὁ δὲ λέων οὐδὲν ἀπεκρίνατο. χρόνῳ δ' ὕστερον ὁ λέων εἰς δίκτυον θηρευτῶν ἐνέπεσεincidit (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἐμπίπτω', compositum ex 'ἐν' et 'πίπτω' καὶ ἐδέθηvinctus est (ἀορ. ὁριστ. παθ. γ' ἑν.) — a verbo 'δέω', significat ligare. τότε δὴ ὁ μῦς, ἀκούσας τὴν τοῦ φίλου βοήν, προσέδραμε καὶ τοῖς ὀδοῦσι τὰ δεσμὰ διέφαγεdentibus vincula corrosit (δοτ. πληθ. καὶ αἰτ. πληθ. καὶ ἀορ.) — a verbo 'διεσθίω', dentibus vincula consumere καὶ ἔλυσε τὸν λέοντα. οὕτως ὁ μικρὸς τὸν μέγαν ἔσωσεν.
ὁρᾶτε οὖν, ὦ ἄνδρες, ὅτι οὐ δεῖ καταφρονεῖνcontemnere (ἀπαρ. ἐνεργ. ἐνεστ.) — regit genitivum; despicere aliquem τῶν ἀσθενεστέρωνinfirmiorum (γεν. πληθ. συγκρ.) — comparativus adiectivi 'ἀσθενής' συμμάχων. ἔστι γὰρ καιρὸς ἐν ᾧ καὶ ὁ μικρὸς μεγάλα δύναται. ἡ δὲ μετὰ τῶν ἰσχυρῶν μόνη συμμαχία πολλάκις εἰς δουλείανservitutem (αἰτ. ἑν. θηλ.) — status servilis, oppositum libertatis φέρει· οἱ γὰρ κρείττονες ἄρχειν βούλονται, οὐ συμμαχεῖν."
ταῦτα ἀκούσαντεςcum audivissent (μτχ. ἀορ. ἐνεργ. ὀνομ. πληθ. ἀρσ.) — a verbo 'ἀκούω', cum genetivo regitur οἱ ἄνδρες ἐθαύμασανadmirati sunt (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' πληθ.) — a verbo 'θαυμάζω' τὴν σοφίαν αὐτῆς. καὶ γὰρ διὰ τοῦ μύθου τὴν ἀλήθειαν ἐδίδαξε σαφέστερονclarius (ἐπίρρ. συγκρ.) — comparativus adverbii a 'σαφής' ἢ εἰ μακρὸν λόγον διεξῆλθενexposuisset (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — verbum compositum ex 'διά', 'ἐκ' et 'ἔρχομαι', hic 'enarrare'.
διὰ ταῦτα δὴ καὶ ὁ Περικλῆς αὐτός, ὁ τῶν Ἀθηναίων προστάτηςprinceps, patronus (ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — qui populo praeest, dux civitatis, πολλάκις τοῖς λόγοις αὐτῆς ἐχρῆτοutebatur (παρατ. ὁριστ. μέσ. γ' ἑν.) — a verbo 'χράομαι', cum dativo regitur. οὐ γὰρ αἰσχρὸν παρὰ γυναικὸς σοφῆς μανθάνειν, ἀλλὰ τοῦ φρονίμου ἀνδρὸς ἴδιονproprium (ὀνομ. ἑν. οὐδ.) — adiectivum cum genetivo, indicat possessionem. ἡ γὰρ σοφία οὔτε ἀνδρὸς οὔτε γυναικὸς ἴδιόν ἐστιν, ἀλλὰ τῶν φιλούντων αὐτήν.
διὸ καὶ ἡμεῖς τὴν Ἀσπασίαν ἐπαινοῦμεν, ἥτιςquae (ἀναφ. ἀντων. ὀνομ. ἑν. θηλ.) — pronomen relativum indefinitum λόγῳ καὶ φρονήσειprudentia (δοτ. ἑν. θηλ.) — a 'φρόνησις', dativus modi vel instrumenti τοὺς ἄνδρας ἐπαίδευσε, καὶ μνήμην ἀρετῆς ἀθάνατον κατέλιπενreliquit (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — verbum compositum ex 'κατά' et 'λείπω'.
← Πάλιν εἰς πάσας τὰς ἱστορίας