Ἡ Μαῖα ἡ ἐν τῇ Κρήνῃ
Ἀκούσατεaudite (ἀορ. προστ. ἐνεργ. β' πλ.) — imperativus ad auditores directus δή, ὦ φίλοι, ὅ τι εἶδον χθὲς πρὸς τῇ κρήνῃ τῇ ἐν τῷ ἄστει. ἐπεὶ γὰρ τὰ ἐκπώματαpocula (αἰτ. πλ. οὐδ.) — vasa ex quibus bibitur ἤδη πλήρη οἴνουplena vini (αἰτ. πλ. οὐδ. cum γεν.) — adiectivum cum genetivo materiae ἔχομεν, καιρός ἐστι λέγειν τι θαυμαστόνmirabile (αἰτ. ἑν. οὐδ.) — adiectivum significans rem admirabilem.
Πορευόμενος γὰρ ἕωθενmane (ἐπίρρ.) — adverbium temporis, prima luce διὰ τῆς ἀγορᾶς, κατέβηνdescendi (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — a verbo 'καταβαίνω' πρὸς τὴν κρήνην τὴν Ἐννεάκρουνον, ἵνα ψυχρὸν ὕδωρ πίοιμιbiberem (ἀορ. εὐκτ. ἐνεργ. α' ἑν.) — optativus in propositione finali post ἵνα. καὶ ὁρῶ ἐκεῖ γυναῖκα πρεσβυτέραν, μαῖαν δή τινα, ἑστῶσανstantem (μτχ. παρακ. ἐνεργ. αἰτ. ἑν. θηλ.) — a verbo 'ἵστημι', statum indicans παρὰ τὸ ὕδωρ. αὕτη δὲ τὴν ὑδρίαν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς φέρουσα εἱστήκειstabat (ὑπερσ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'ἵστημι', cum vi imperfecti, καὶ τὸ πρόσωπον αὐτῆς ῥυτίδων μεστὸν ἦν, αἱ δὲ χεῖρες σκληραὶ ὑπὸ τοῦ πολλοῦ καμάτουlaboris (γεν. ἑν. ἀρσ.) — labor, fatigatio.
Περὶ δὲ αὐτὴν συνειστήκεσανconstiterant (ὑπερσυντ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' πλ.) — a verbo 'συνίστημι', sensu intransitivo 'circumstabant' γυναῖκες νεώτεραι, αἳ τὰς ὑδρίαςhydrias (αἰτ. πληθ. θηλ.) — vasa ad aquam ferendam ἐπλήρουνimplebant (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' πλ.) — a verbo 'πληρόω'. ἡ δὲ μαῖα ἔλεγε πρὸς αὐτὰς περὶ τῆς ἐκστρατείαςexpeditionis (γεν. ἑν. θηλ.) — expeditio militaris in alienam terram, ἣ μέλλει εἰς Σικελίαν ἔσεσθαι. καὶ ἤκουον αὐτῆς λεγούσης τάδε·
«Ὦ θυγατέρες, ἐγὼ πολλὰς ἤδη μάχας ἐπεῖδονvidi (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — a verbo 'ἐφοράω', 'oculis vidi'. καὶ τοὺς υἱοὺς ὑμῶν, οὓς αὐταῖς χερσὶν ἐμαίωσαobstetricavi (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — a verbo 'μαιόομαι', munus obstetricis exercui καὶ εἰς τὸ φῶς ἤγαγον, νῦν ὁρῶ ἐπὶ τὰς ναῦς πορευομένους. ἐγὼ μὲν γὰρ αὐτοὺς εἰς τὸν βίον εἰσήγαγονintroduxi (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — verbum compositum ex 'εἰς' et 'ἄγω', ὁ δὲ πόλεμος ἴσως ἐξάξειeducet (μέλλ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — verbum compositum ex 'ἐκ' et 'ἄγω'.»
Ταῦτα δὲ λεγούσης αὐτῆςea dicente (γεν. ἀπολ.) — genetivus absolutus cum participio praesentis, ἐδάκρυονlacrimabant (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' πλ.) — a verbo 'δακρύω' αἱ γυναῖκες, καὶ τὸ ὕδωρ ἀπὸ τῶν ὑδριῶν ἐξεχεῖτοeffundebatur (παρατ. ὁριστ. μέσ./παθ. γ' ἑν.) — verbum compositum ex 'ἐκ' et 'χέω' ὥσπερ τὰ δάκρυα αὐτῶν. ἡ δὲ μαῖα οὐκ ἔκλαιεν, ἀλλὰ σεμνῶς καὶ ἀτρέμαtranquille (ἐπίρρ.) — sine motu, immobiliter ἔβλεπεν, ὥσπερ ἥτις πολλὰ τοιαῦτα ἑώρακενvidit (παρακ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'ὁράω', cum reduplicatione Attica.
Ἔπειτα δὲ τὴν χεῖρα ἀνατείνασαextendens (μτχ. ἀορ. ἐνεργ. ὀνομ. ἑν. θηλ.) — verbum compositum ex 'ἀνά' et 'τείνω' πρὸς τὸν οὐρανὸν εἶπεν· «Ὦ ΕἰλείθυιαIlithyia (κλητ. ἑν. θηλ.) — dea partus et obstetricum καὶ Ἄρτεμι, αἳ τῶν τικτουσῶνparturientium (μτχ. ἐνεστ. ἐνεργ. γεν. πλ. θηλ.) — a verbo 'τίκτω', significat mulieres pariturus ἐπιμελεῖσθεcuratis (ἐνεστ. ὁριστ. μέσ. β' πλ.) — verbum cum genetivo construitur, σώσατε τοὺς νεανίας τούτους, οὓς ἐγὼ πρώτη ἐδεξάμηνexcepi (ἀορ. ὁριστ. μέσ. α' ἑν.) — a verbo 'δέχομαι', hic de obstetrice infantes excipiente ταῖς χερσίν.»
Καὶ ἐγὼ μὲν ταῦτα ἰδὼν ἀπῆλθον σιωπῇsilentio (δοτ. ἑν. θηλ.) — dativus modi, significat tacite· ἔδοξεvisum est (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — a verbo 'δοκέω', impersonale cum dativo γάρ μοι δεινόν τι εἶναι, ὅτι ἡ αὐτὴ χεὶρ ἥτις τοὺς ἄνδρας τίκτεσθαιnasci (ἀπαρ. ἐνεστ. μέσ./παθ.) — a verbo 'τίκτω', hic passive significat nasci ποιεῖ, οὐ δύναται αὐτοὺς ἐν τῷ πολέμῳ φυλάττεινcustodire (ἀπαρ. ἐνεστ. ἐνεργ.) — infinitivus pendens a 'δύναται'.
Ταῦτ' ἐστίν, ὦ ἑταῖροιsocii (κλητ. πλ. ἀρσ.) — significat amicos vel comites, ἃ εἶδον. πίνωμενbibamus (ἐνεστ. ὑποτ. ἐνεργ. α' πλ.) — coniunctivus hortativus οὖν νῦν, καὶ σπείσωμενlibemus (ἀορ. ὑποτ. ἐνεργ. α' πλ.) — a verbo 'σπένδω', de libatione diis facienda τοῖς θεοῖς ὑπὲρ τῶν εἰς Σικελίαν πλεόντων.
← Πάλιν εἰς πάσας τὰς ἱστορίας