Καλλίας ὁ Χορηγὸς ἐν τῷ Ἰατρείῳ, ἢ Περὶ τῆς Ἀναγκαίας Θυσίας
Ἐγὼ μέν, ὦ ἄνδρες, ἰατρός εἰμι ἐν τῇδε τῇ πόλει, καὶ πολλοὺς δὴ ἀνθρώπους τεθεράπευκαcuravi (παρακ. ὁριστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — a verbo 'θεραπεύω', perfectum indicat experientiam longi temporis· ἀλλὰ τοιοῦτον ἄνθρωπον οἷον Καλλίαν τὸν χορηγὸν οὐδέποτε εἶδον, μὰ τὸν Ἀσκληπιόνper Aesculapium (αἰτ. ὁρκωμοσίας) — formula iurandi cum accusativo dei invocati, propria medicorum.
Ἧκε γάρ ποτε εἰς τὸ ἐμὸν ἰατρεῖον οὗτος ὁ Καλλίας, ἄνθρωπος πλούσιος μέν, φρόνιμος δ' οὐδαμῶς, φέρων μεθ' ἑαυτοῦ τρεῖς θεράποντας καὶ ἕνα μέγαν ἀλεκτρυόνα ἐν κανῷ. Ἠρόμην δὴ αὐτόν· "Τίνος ἕνεκα τὸν ὄρνιν τοῦτον ἐκόμισας;" Ὁ δὲ Καλλίας, ὑπὸ σεμνότητος ἐγγύς τι τοῦ γελοίουprae gravitate prope ridiculus (γεν. causae μετὰ ὑπό) — phrasis elegans: nimia gravitas in ridiculum vergit; 'τι' adverbialiter ponitur, ἀπεκρίνατο· "Τῷ Ἀσκληπιῷ θύσειν βούλομαι, ὦ ἰατρέ, πρὶν ἄν με θεραπεύσῃς. Δεῖ γὰρ πρῶτον εὐξαμένουςprecatos (μτχ. ἀορ. μέσ. αἰτ. πλ. ἀρσ.) — a verbo 'εὔχομαι', participium attributivum subjecti accusativi cum infinitivo post δεῖ τοῖς θεοῖς τὰ τῆς ὑγιείας πράττειν."
"Καλῶς λέγεις," ἔφην ἐγώ, "ἀλλὰ τί πάσχεις, ὦ Καλλία;" Ὁ δὲ τὸν δάκτυλον ἐδείκνυostendebat (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — verbum 'δείκνυμι' in forma imperfecti, significat demonstrare vel monstrare ἐμοί, μικρὸν ἄγαν τετρωμένονvulneratum (μτχ. παρακ. παθ. αἰτ. ἑν. οὐδ.) — a verbo 'τιτρώσκω', indicat statum permanentem vulneris accepti. Ἐγέλασα μὲν οὖν ἐν τῇ ψυχῇ, τῷ δὲ προσώπῳ σεμνὸς ἔμεινα ὡς ἔοικενut videtur / sicut decet (παρεντετιθεμένη φράσις) — expressio parenthetica a verbo 'ἔοικα', indicat similitudinem vel convenientiam ἰατρὸς σοφός.
Ἐν τούτῳ δ' ὁ Καλλίας ἤδη τοῖς θεράπουσι προσέταττεimperabat / iubebat (παρατ. ὁριστ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — verbum compositum ex 'πρός' et 'τάττω', significat mandare vel praecipere alicui τὴν θυσίαν παρασκευάζειν ἐν μέσῳ τῷ ἰατρείῳ. Ὁ μὲν ἀλεκτρυὼν ἔκραζε καὶ ἐπτερύσσετοalas quatebat (παρατ. ὁριστ. μέσ. γ' ἑν.) — verbum 'πτερύσσομαι', significat alas movere vel plumas agitare; de gallo hic dictum, οἱ δὲ θεράποντες ἔτρεχον ἄνω καὶ κάτω, τὰ δ' ἐμὰ φάρμακα κατέπιπτε πανταχόσεundique / in omnes partes (ἐπίρρ. τόπου) — adverbium loci indicans motum in omnes directiones, a 'πανταχοῦ' derivatum. Ἐγὼ δὲ εἶπον· "Ὦ Καλλία, ἱκανόν ἐστιsatis est (ῥηματικὴ φράσις, ὀνομ. κατηγορούμενον) — constructio impersonalis cum infinitivo sequente 'εὔχεσθαι' τοῖς θεοῖς εὔχεσθαι ἄνευ τοῦ ὄρνιθος ἐνθάδε."
Ἀλλ' ὁ Καλλίας οὐδὲν ἤκουσεν. "Εἰ μὴ θύσω," εἶπε, "πῶς ἂν εἰδείηsciret (εὐκτ. παρακ. ἐνεργ. γ' ἑν.) — optativus verbi 'οἶδα' in apodosi condicionalis potentialis; forma irregularis notanda ὁ Ἀσκληπιὸς ὅτι ἐγώ, Καλλίας ὁ χορηγόςchoragus / chorodotator (ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — nomen proprium muneris publici: civis dives qui chorum in festis publicis sua pecunia alebat, ὁ τοῖς Διονυσίοις νικήσαςvictor factus / qui vicerat (μτχ. ἀορ. ἐνεργ. ὀνομ. ἑν. ἀρσ.) — participium aoristi a verbo 'νικάω', in constructione articulari substantivata positum, ἐνθάδε πάρειμι;" Νὴ τὸν ΔίαPer Iovem (ἐπιρρηματικὴ φράσις ὁρκωμοτική) — formula iurandi frequentissima in Attica prosa; Δία est accusativus post 'νή' positus, ἀεὶ περὶ τῆς νίκης ἔλεγε.
Τέλος δέ, μετὰ τὴν θυσίαν καὶ τὴν πολλὴν ταραχήν, ἔδησαalligavi (ἀορ. ὁριστ. ἐνεργ. α' ἑν.) — a verbo 'δέω', significat vincire vel ligare; hic de vulnere obligando dicitur τὸν δάκτυλον αὐτοῦ ἐν ἐλαχίστῳminimo (ἐπίθ. ὑπερθετ. δοτ. ἑν. οὐδ.) — superlativus irregularis ab 'ὀλίγος', hic in locutione 'ἐν ἐλαχίστῳ χρόνῳ' usurpatur χρόνῳ. Ὁ δὲ Καλλίας ἔδωκέ μοι δραχμὰς δέκα — τῷ μὲν ἰατρῷ δύο, τῷ δὲ ἀλεκτρυόνιgallo (οὐσ. δοτ. ἑν. ἀρσ.) — nomen tertiae declinationis, significat gallum gallinaceum; animal Aesculapio sacrari solebat ὀκτώ. Οὕτως, ὦ φίλοι, ἔμαθον ὅτι οἱ πλούσιοι τοὺς θεοὺς τιμῶσι μᾶλλον ἢmagis honorant quam (ῥῆμα γ' πλ. ἐνεστ. + ἐπίρρ. συγκριτ.) — constructio comparativa; 'μᾶλλον ἤ' cum indicativo comparationem inter duos terminos instituit τοὺς ἀνθρώπους.
← Πάλιν εἰς πάσας τὰς ἱστορίας